Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Οινόης
Παραδείγματα: 1) Λαλεί το ζαβαλήν τον παχτσ̌αβάνον εξού. 2) Ο ζαβαλής εγνέφ'σεν μεσανυχτί' κι εθάρρεσεν μέρωμα έν'.
Αρσενικό: Ενικός: ζαβαλής Πληθυντικός: ζαβαλήδες
Θηλυκό: Ενικός: ζαβαλήσα Πληθυντικός: ζαβαλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: ζαβαλίν Πληθυντικός: ζαβαλία
Επίρρημα: ζαβαλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.