Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαβανιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. σαβανιάζω , 2. σαβανά̤ζω Προφορά: 1. σαβανιάζω , 2. σαβανεάζω
  1. τυλίγω τον νεκρό με το σάβανο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. τυλίγω τον νεκρό με το σάβανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια