Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
γλυφίδ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γλυφίδ'
Προφορά: γλυφίδ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
όργανο με το οποίο σκάβουν και κοιλαίνουν κάτι/ άνθρωπος ισχνός
οδοντογλυφίδα, σμίλη (ξυλουργικό εργαλείο)
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
γλυφίδιν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια