Παράδειγμα: Αν κλαίγ’νε ασό δείλιασμαν, ατότε ’κί θα κλαίω.
Ενικός: δείλιασμαν , δείλα̤σμαν Πληθυντικός: δειλιάσματα , δειλά̤σματα