Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιοσμαλίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιοσμαλίκ' Προφορά: γιοσμαλίκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η κομψότητα ντυσίματος νέου άνδρα

  2. αυταρέσκεια, κομψότητα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια