Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συνρεύω Προφορά: συνρεύω
  1. κόβω τα κλαδιά του δέντρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εκείνος έκοφτεν τα φυτάνια κι ογώ εσύνρευα ’τα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια