Αρσενικό: Ενικός: αναθεματισμένος Πληθυντικός: αναθεματισμένοι / αναθεματισμέν'
Θηλυκό: Ενικός: αναθεματισμένισσα/ αναθυμετισμέν'σα/ αναθεματισμέντσα Πληθυντικός: αναθεματισμένοι / αναθεματισμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: αναθεματισμένον Πληθυντικός: αναθεματισμένα