Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γριλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γριλεύω Προφορά: γριλεύω
  1. ρημάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Με τα λιθάρια εγρίλευαν το δέντρον. (ρημάζω)
    2) Γριλεύκουμαι ά’ς σό γέλος. (σκάω στα γέλια)
    3) Γριλεύω τ’ ορμίν. (κόβω αλύπητα)
    4) Τ’ αδέλφα̤ μ’ στράφτ’νε και βροντούν κι εγώ γριλεύω δράκους.

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kilirmak

  2. εκχερσώνω, καταστρέφω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. καταστρέφω, αφανίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. μακελεύω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια