αρχ. ριγώ = τρέμω από το ψύχος, κρυώνω
Ενεστώτας: ριγώ Παρατατικός: ερίγανα Μέλλοντας: θα ριγώ Αόριστος: ερίγασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.