Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δέδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δέδ' Προφορά: δέδ
  1. ατύχημα, μοιραίο, φόβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κύρη, το δέδι σ’ και το κακόν σ’ να παίρ’ν οι γεροντάδες. (φόβος)

  2. πεπρωμένο, κίνδυνος, φόβος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    κακή τύχη

  3. φόβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δέος

Παρατηρήσεις - Σχόλια