ερμηνεία: αυτός που έχει φυτικές ίνες
Αρσενικό: Ενικός: ραμματάρ'ς Πληθυντικός: ραμματάροι / ραμματάρ'
Θηλυκό: Ενικός: ραμματάραινα Πληθυντικός: ραμματάρ'
Ουδέτερο: Ενικός: ραμματάρ'κον Πληθυντικός: ραμματάρ'κα
Επίρρημα: ραμματάρ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.