Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λεγμετέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λεγμετέρ' Προφορά: λεγμετέρ
  1. ξύλινη τρίαινα για φόρτωση άχυρων στο κάρο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. φτυάρι λιχνίσματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό λικμητήριον

    Παράδειγμα:
    Η μάνα μ’ με το λεγμετέρ’ έκλωθεν τ’ αλών’.

  3. εργαλείο αγροτικό με το οποίο χωρίζεται το σιτάρι από το άχυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    προέλευση:

    λικμητήρι αρχαίο λικμάω-ω

    λεγμετέρ(ι)

  4. το φτυάρι του λιχνίσματος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. το ξύλινο φτυάρι του λιχνίσματος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο λικμητήριον που είναι παράγωγο του ρήματος λικμάω-ώ, που σημαίνει καθαρίζω το στάρι από τα άχυρα

    2. Σχόλια:
    Γενική: τοι λεγμετερί' (ου)
    Αιτιατική: το λεγμετέρ' (ιον)

    3. Παράδειγμα:
    Φέρεν το λεγμετέρ' ας ηβωρίζω, επίασεν και φυσά - φέρε το λικμητήριον να λιχνίσω γιατί άρχισε να φυσάει.

    4.Αναφορά:
    Ως δ' άνεμος άχνας φορέει ιεράς τ' αλώνια τ' άχερα την ώρα που λιχνίζουν...-(Ιλιάδος Ε 500)

Παρατηρήσεις - Σχόλια