Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό λικμητήριον
Παράδειγμα:
Η μάνα μ’ με το λεγμετέρ’ έκλωθεν τ’ αλών’.
προέλευση:
λικμητήρι αρχαίο λικμάω-ω
λεγμετέρ(ι)
1. Προέλευση:
από το αρχαίο λικμητήριον που είναι παράγωγο του ρήματος λικμάω-ώ, που σημαίνει καθαρίζω το στάρι από τα άχυρα
2. Σχόλια:
Γενική: τοι λεγμετερί' (ου)
Αιτιατική: το λεγμετέρ' (ιον)
3. Παράδειγμα:
Φέρεν το λεγμετέρ' ας ηβωρίζω, επίασεν και φυσά - φέρε το λικμητήριον να λιχνίσω γιατί άρχισε να φυσάει.
4.Αναφορά:
Ως δ' άνεμος άχνας φορέει ιεράς τ' αλώνια τ' άχερα την ώρα που λιχνίζουν...-(Ιλιάδος Ε 500)