Ερμηνεία: μετρώ με κάτι
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Όλτσ̌εψον το στόμαν τη παιδί’ με το κιπριτόξυλον.
Ενεστώτας: ολτσ̌εύω Παρατατικός: όλτσ̌ευα Μέλλοντας: θα ολτσ̌εύω Αόριστος: όλτσ̌εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.