Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποτσοχαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποτσ̌οχαλίζω Προφορά: αποτσοχαλίζω
  1. σκίζω στα δύο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. 1) σκίζω στα δύο (για ζώο) 2) θα του επιτεθώ και θα τον σπάσω (για άνθρωπο) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Αόριστος:
    εποτσ̌οχάλτσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια