Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στυλάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στυλάρ' Προφορά: στυλάρ
  1. στύλος, κολώνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. στύλος, κολώνα, στυλιάρι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια