Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στρώση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στρώση Προφορά: στρώση
  1. στρώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    Φότι πέφτινα μεσ’ στη στρώση, το καμάρι μας ήμπε απέσου σο σπίτι.

  2. στρώσιμο κρεββατιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια