Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποσταμνεμάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποσταμνεμάτ' Προφορά: αποσταμνεμάτ
  1. όταν κλαίει πολύ το μωρό, σταυρώνουμε τα χέρια με τα πόδια του Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Αούτο το μωρόν ντο πολλά κλαίει, ζαέρ επεσταμνίεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια