Προέλευση: από το ρήμα γράνω
Παράδειγμα: Ετσέριζαν από ’πάν’ ατ’ γράντζ̌α̤ και εκρέμαναν ατα σ’ αγιάσματα.
Ενικός: γράντζιν / γράντζ' Πληθυντικός: γράντζα̤ / γράντζ̌α̤