Παραδείγματα: 1) Επήεν κ’ επεκούμπιξεν ση Ροδιανής την πόρταν. 2) Εκούμπ’σεν σήν θα̤γατέραν ατ’. 3) Ακρίτας επεκούμπιξεν, έναν ύπνον επαίρεν.
Ενεστώτας: αποκουμπίζω Παρατατικός: επεκούμπιζα Μέλλοντας: θα αποκουμπίζω Αόριστος: επεκούμπισα / επεκούμπ'σα / επεκούμ'σα / επεκούμψα, επεκούμπιξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.