Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκαθαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκαθαρίζω Προφορά: αποκαθαρίζω
  1. τελειώνω το καθάρισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια