Ερμηνεία: ρέω με ορμή
Παράδειγμα: Ολουχλάεψεν το αίμαν ασό μυτίν ατ’.
Ομόρριζο - Παράγωγο: ολουχλάεμαν
Ενεστώτας: ολουχλαεύω Παρατατικός: ολουχλάευα Μέλλοντας: θα ολουχλαεύω Αόριστος: ολουχλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.