Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουτλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γουτλούχ' Προφορά: γουτλούχ
  1. έλλειψη, ανεπάρκεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άμον το φετινόν το γουτλούχ’ άλλο ’κί ιξέρομε.

  2. έλλειψη, ανέχεια Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια