λωροκόσκινον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λωροκόσ̌κινον
Προφορά: λωροκόσκινον
-
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κόσκινο πλεγμένο με λεπτές δερμάτινες λωρίδες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης