1) στενή λωρίδα από πετσί
2) κάθε πράγμα (χωράφι, ύφασμα...) στενόμακροΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Με τα λωρία ελωρίασα τα τσ̌αρούχͮα̤ μ’. (στενή λωρίδα από πετσί)
2) Έναν λωρίν έκοψαν κι εδέκαν εμέ ασό τσαΐρ' τα πεθερικά μ’. (κάθε πράγμα στενόμακρο)
3) Σά χͮέρα̤ 'παίρ'να τ’ άρματα, εζώσκουμ’ τα λωρία.
το δερμάτινο λουρίΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
δερμάτινο λουρίΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης