Προέλευση: από το ρήμα εγροικώ
Ιδίωμα: Άνω Αμισού
Παράδειγμα: Άς σό σπαθί του γροίκησε το ήτουνε βασιλόπαιδο.
Ενεστώτας: γροικώ Παρατατικός: γροίκανα Μέλλοντας: θα γροικώ Αόριστος γροίκησα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, συγκεκριμένη τοπική ποικιλία (πβ. Σχόλια πηγής).