Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λινέα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λινέα
Προφορά: λινέα
το σχοινί που απλώνουν τα ρούχα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
σχοινί ή σύρμα για άπλωμα ρούχων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
λατινική, από τη λατινική λέξη linea = γραμμή
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια