Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιμοκουριάουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμοκουρά̤ουμαι Προφορά: λιμοκουριάουμαι
  1. πεινώ πάρα πολύ, δεν αντέχω πλέον την πείνα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λυγίζω από την πείνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια