Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιμενιάουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμενιάουμαι Προφορά: λιμενιάουμαι
  1. το μέρος, όπου τρώω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    το πουλίν πάει σην λιμένειαν

  2. καταφτάνω στο λιμάνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια