λιμενασέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. λιμενασέα , 2. λιμενα̤σέα
Προφορά: 1. λιμενασέα , 2. λιμενεασέα
-
ηλιόλουστη μέρα του χειμώνα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
καλοκαρία και ηλιόλουστη μέρα σε εποχή χειμώνα, όταν λιώνουν τα χιόνια, γαλήνη θάλασσας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης