λίγωμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λίγωμαν
Προφορά: λίγωμαν
-
λιποθυμία
η προσδοκία επιθυμητού πράγματος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
λιποθυμία
ανυπόμονη προσδοκία επιθυμητού πράγματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης