Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λεφτοκαροκάλυβον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λεφτοκαροκάλυβον Προφορά: λεφτοκαροκάλυβον
  1. το καλύβι καμωμένο από φουντούκια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια