Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δαχτυλίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δαχτυλίδ' Προφορά: δαχτυλίδ
  1. δαχτυλίδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δαχτυλίδιον

    Παράδειγμα:
    Αν έπεσαν τα δαχτυλίδια, τα δάχτυλα στο μέρος των είναι. (Ιδίωμα: Σινώπη)

  2. δαχτυλίδι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια