λελεύω σε = να σε χαρώ
προέλευση:
αρχαία λιλαίομαι
Πανάρχαια λέξη ινδοευρωπαϊκή-σανσκριτική. Ο Καθηγητής Σ. Καψωμένος αποκλείει ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στο ομηρικὸ λελίημαι ή λιλαίομαι εξ' ου προέρχεται το ποντιακό κελεύω και στο λελέιμ ̓ τών ̓Αράβων (της Σημιτικής γλώσσας) που σημαίνει επίσης, αγαπώ, επιθυμώ έντονα.
1. Προέλευση:
το αρχαίο λελίημαι και λιλαίομαι με την αυτή έννοια.
2. Σχόλια:
Είναι άκλητο.
3. Παραδείγματα:
Να λελεύω σε και ντο έμορφος πα είσαι! - να σε χάρω και πόσον είσαι έμορφος.
Λελεύω το ψόπο σ' - να χάρω την ψυχή σου
Λελεύω τα στιβαρά και τα πρεπούμενα ντο λες- να χαρώ όσα σωστά λες.
Λελεύω σε λελεύω σε, κοκκινοπιπερόπον!
4. Αναφορά:
Αλλά παρήιξεν λελιημένος όφρα τάχιστ΄ - αλλά πέρασε, επιθυμώντας όσο πιο γρήγορα ( Ιλιάδος Ε 690)