Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λειφτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λειφτός Προφορά: λειφτός
  1. ελειπής μ.τ.φ ανόητος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λιγόμυαλος, λειψός, ελλιπής ελλιπής σε βάρος ή ποσότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. λειψός, λιγόμυαλος, βλαμμένος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο τριγενές- τρικατάληκτο:
    ο λειφτός, η λειφτέσα, το λειφτόν

Παρατηρήσεις - Σχόλια