Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη χικμέτ
Ιδίωμα: Άδισσας
Παράδειγμα: Ουντάς είδανε ας σο χιοκιμέτ’ δεν ’κ’ εξέβεν, εκάτσαν κά.