Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαλάτσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλάτσ' Προφορά: λαλάτσ
  1. βότσαλο, ποταμόλιθος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    λεία πέτρα

    Παράδειγμα:
    Ασά ποταμολάλατσ̌α ποίστεν το μαξιλάρι μ'.

  2. λαλάρι πέτρα στρογγυλή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:

    αρχαιο λάας = πέτρα

  3. βότσαλο (ίσως και γυαλιστερή πέτρα) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Φράση- Παράδειγμα:
    Το κιφάλ'ν ατ' έν' άμον λαλάτσ̌'. (είναι φαλακρός)

  4. γυμνοκέφαλος, φαλακρός, χαλίκι, βότσαλο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια