Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαΐζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαΐζω Προφορά: λαΐζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κουνώ κάτι

  2. κουνάω, κινώ, σείω, μοιχεύω βγάζω το βούτυρο από το κινούμενο ξυλαγγείον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:
    παθητική λαΐσκουμαι = κουνιέμαι, κινούμαι αισθάνομαι ζάλη και κλωνίζομαι, με πιάνει κόπωση

  3. κουνώ, αιωρώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια