λάγγεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λάγγεμαν
Προφορά: λάγγεμαν
-
πήδημα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
πήδημα, καβάλημα
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
πήδημα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης