Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

κυρότε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κυρότε Προφορά: κυρότε
  1. πατρότητα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια