Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρταλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρταλαεύω Προφορά: γουρταλαεύω
  1. εξιχνιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ερευνώ να βρω τις λεπτομέρειες, τα μέρη ενός σύνθετου πράγματος

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κουρταλαμάκ

    Παράδειγμα:
    Σίτα̤ εγουρταλάευεν το πισ̌τόφ’ επέρεν απέσ’ και εγεραλάεψεν ατον.

    Παράγωγο:
    γουρταλάεμαν

  2. σκαλίζω ανακατεύομαι σε πράγματα που δεν πρέπει Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια