Επιπλέον Ερμηνεία: ερευνώ να βρω τις λεπτομέρειες, τα μέρη ενός σύνθετου πράγματος
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κουρταλαμάκ
Παράδειγμα: Σίτα̤ εγουρταλάευεν το πισ̌τόφ’ επέρεν απέσ’ και εγεραλάεψεν ατον.
Παράγωγο: γουρταλάεμαν
Ενεστώτας: γουρταλαεύω Παρατατικός: εγουρταλάευα Μέλλοντας: θα γουρταλαεύω Αόριστος: εγουρταλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.