Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χιλιόχρονος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮιλιόχρονος Προφορά: σιλιόχρονος
  1. 1) χιλίων χρονών 2) πολλών χρόνων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια