Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ανευλόαρος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: ανευλόαρος
Προφορά: ανευλόαρος
άχρηστος, ανωφελής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
ανευλόγητος
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια