Ερμηνείες: 1) τέλεια στρογγυλός 2) λόγια στρογγυλά, ανόητα
Παράδειγμα: Τα λόγια μ’ ολοστρόγγυλα και σο σ̌κοινίν ’κι κείνταν.
Αρσενικό: Ενικός: ολοστρόγγυλος Πληθυντικός: ολοστρόγγυλοι
Θηλυκό: Ενικός: ολοστρόγγυλος Πληθυντικός: ολοστρόγγυλοι
Ουδέτερο: Ενικός: ολοστρόγγυλον Πληθυντικός: ολοστρόγγυλα
Επίρρημα: ολοστρόγγυλα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.