Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αναπαυτέρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αναπαυτέρι , 2. αναπαυτέρ Προφορά: αναπαυτέρι
  1. αναπαυτήριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια