Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κνέσκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κνέσκουμαι Προφορά: κνέσκουμαι
  1. ξύνομαιξύνω, τρίβω, αισθάνομαι φαγούρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κνήθομαι = ξύνω

    Παράδειγμα:
    Τ’ αιίδ’ οντάν κνέσκουν τα κέρατα θε, πάει τρίφκεται ση τσ̌οπάν’ το ραβδίν.

  2. προκαλώ κάποιον για κάτι (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Κνέσκεται η κοτύλα' σ'. (θέλεις να τ'ακούσεις, θέλεις να τις φας)

  3. αισθάνομαι φαγούρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. φαγουρίζομαι Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  5. ξύνομαι, τσιμπιέμαι έχω φαγούρα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Από το αρχαίο κνήφω και κνίζω, προέρχεται το ουσιαστικό κνεσίον που σημαίνει ξύσιμο.
    Μάλλον από το αρχαίο κνάω-ώ προέρχεται, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Στυλιανό Καψωμένο,
    το απαρέφατο: κνάν
    ο μέλλοντας: κνήσω
    ο αόριστος: έκνησα
    το απαρέμφατο μέσης φωνής: κνάσαι
    τον μέλλοντα μέσης φωνής: κνήσομαι
    τον αόριστο μέσης φωνής: εκνησάμην

    2. Σχόλια:
    παρατατικός: εκνέσκουμ΄νε
    μέλλοντας: θα κνέσκουμαι
    αόριστος: εκνέστ'α
    προστακτική: κνέσκου!

    3. Παραδείγματα:
    Κνέσκουμαι, κατ΄ θα έδαξε με! - Ξύνομαι, κάτι με τσίμπησε
    Καθησίαν και κνεσίον! - γαι τους τεμπέληδες

    4. Αναφορές:
    Ούκουν ερείς ανύσασα τον κνισμόν τινά; (Αριστοφάνη Πλούτος)
    Επί δ΄αίγειον κνή τυρόν κνήστει χαλκείη (Ιλιάδα Λ 639)

Παρατηρήσεις - Σχόλια