Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλαινίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλαινίζω Προφορά: κλαινίζω
  1. κάμνω τον άλλο να κλαίει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ντο σίλεγον καρδίαν έεις, σίτα̤ γελώ κλαινίεις με και σά γαρίπκα τα μέριαεσύ γιατί κλαινίεις με.

  2. πικραίνω κάνω κάποιον να κλάψει Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. προκαλώ κλάμα σε κάποιον, τον κάνω να κλάψει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κλαινείουμαι

  4. κάνω κάποιον να κλάψει Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Το ιωνικό κλάω και το αιολικό κλαίω έχουν την γνωστή σημασία. Είναι σημαντικό και αξιοπερίεργο πως στην κοινή Δημοτική δεν υπάρχει το ρήμα αυτό αλλά ούτε και αντίστοιχος ρηματικός τύπος.

    2.Σχόλια:
    Παρατατικός: εκλαίνιζα
    Μέλλοντας: θα κλαινίζω
    Αόριστος: εκλαίν'τσα
    Προστακτική: κλαίνισον - κλαίντ'σον

    3.Παράδειγμα:
    Εγώ έναν ημέρα θα κλαινίζω σε !

Παρατηρήσεις - Σχόλια