Άλλη ερμηνεία:
ανόητος , αυτός που γίνεται χωρίς σκέψη
Αρσενικό: Ενικός: ανούνιγος Πληθυντικός: ανούνιγοι
Θηλυκό: Ενικός: ανούνιγος, ανούνιγέσα Πληθυντικός: ανούνιγοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανούνιγον Πληθυντικός: ανούνιγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.