Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κιόλ' Προφορά: κιόλ
  1. λίμνη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λίμνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη gol

    κιόλ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια