Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κινθιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κινθιάζω Προφορά: κινθιάζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    χτυπώ κάποιον με τσουκνίδες

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:

    1) τσουκνίζω, τρυπώ σαν τσουκνίδα
    2) είδος αγριόχορτου
    3) κινθεά (κνιδέα)

    Παθητική Φωνή:

    κινθιάουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια