Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιμιγιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κιμιγιά Προφορά: κιμιγιά
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    μυθικό φυτά

    Μεταφορικά:
    λέγεται για κάτι σπάνιο

    Παράδειγμα:
    Και κιμιγιά εγέντονε το φίλεμαν τ'εσόνι.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανύπαρκτο φυτό για το οποίο πίστευαν ότι, όταν τα ζώα έτρωγαν απ’ αυτό, όλο το γάλα τους γινόταν βούτυρο. Και κάθε σπάνιο ή ακριβό πράγμα ονομαζόταν κιμιγιά

    Παράδειγμα:
    Κιμιγιάν εποίκες ατο και ’κί θέλ’τς να δί’ς μας ολίγον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια